Του Δρ. Πέτρου Τζεφέρη, Γενικός Διευθυντής Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπ. Περιβάλλοντος & Ενέργειας
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης προωθεί ένα νέο, αυστηρότατο νομοσχέδιο (Ευρωπαϊκή Οδηγία 2024/1203), το οποίο ήδη παρουσιάστηκε στο Υπουργικό Συμβούλιο και το οποίο ενισχύει θεαματικά την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Η νομοθεσία μετατρέπει τις σοβαρές παραβάσεις από απλά διοικητικά πταίσματα ή πλημμελήματα σε βαριά ποινικά κακουργήματα, με ποινές φυλάκισης έως δέκα έτη για στελέχη, εξοντωτικά πρόστιμα έως 5% του “παγκόσμιου” τζίρου, ποινές επιχειρηματικού «θανάτου» και προφανώς υποχρέωση αποκατάστασης της ζημιάς. Αν και η αυστηρότητα αυτή πηγάζει από την ανάγκη πάταξης του αθέμιτου ανταγωνισμού και προστασίας της ανεκτίμητης φύσης, εγείρει ταυτόχρονα φόβους για διστακτικότητα ανάληψης ευθυνών από στελέχη και μεταφορά της βιομηχανικής δραστηριότητας εκτός Ευρώπης. Για τον εξορυκτικό τομέα, ο οποίος διαχειρίζεται καθημερινά απόβλητα εν δυνάμει τοξικά ή επικίνδυνα, κατασκευάζει φράγματα τελμάτων και επεμβαίνει ριζικά στο φυσικό τοπίο, ο κίνδυνος είναι ευθέως πολύ σημαντικός και για ορισμένους υπαρξιακός. Η πρόκληση δεν είναι ο τερματισμός της δραστηριότητας, αλλά η μετάβαση σε μια εποχή βέλτιστης περιβαλλοντικής συμμόρφωσης, όπου η προστασία της φύσης και η βιώσιμη ανάπτυξη προχωρούν παράλληλα, υπό την προϋπόθεση της ασφάλειας δικαίου.
Μια ριζική αλλαγή στο τοπίο της περιβαλλοντικής νομοθεσίας βρίσκεται προ των πυλών, καθώς η Ελλάδα κινείται για να καλύψει την καθυστέρηση ενσωμάτωσης της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2024/1203 στο εθνικό δίκαιο. Το νομοσχέδιο, που παρουσιάστηκε προημερών στο Υπουργικό Συμβούλιο, αναμένεται να αλλάξει πλήρως τον χάρτη ευθυνών για κάθε βιομηχανική δραστηριότητα, βάζοντας στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τον εξορυκτικό τομέα.
Η πιο κρίσιμη διαφοροποίηση του νέου νομοθετήματος δεν είναι η κατάργηση, αλλά η θεαματική αναβάθμιση της ιστορικής αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Ενώ μέχρι σήμερα η αρχή αυτή περιοριζόταν πρακτικά σε αστικές και διοικητικές ευθύνες, όπου η παραβάτρια εταιρεία απλώς καλούνταν να καταβάλει ένα πρόστιμο στο κράτος και να καλύψει τα έξοδα καθαρισμού της ρύπανσης, το νέο πλαίσιο την εξοπλίζει με βαρύ ποινικό οπλοστάσιο. Το κράτος δεν αρκείται πλέον στην έκδοση ενός λογαριασμού αποζημίωσης για τη ζημιά που προκλήθηκε, αλλά προτάσσει το ποινικό μητρώο και την άμεση απειλή της πραγματικής έκτισης ποινών φυλάκισης.
Είναι ωστόσο αναγκαίο στο σημείο αυτό να γίνει μια νομική αποσαφήνιση. Οι ποινικές ευθύνες για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος δεν αποτελούν παρθενογένεση του σημερινού νομοσχεδίου, καθώς σχετικές ρήτρες υπήρχαν και στο προηγούμενο εθνικό πλαίσιο, ήδη από τον εμβληματικό Νόμο 1650 του 1986. Η ειδοποιός διαφορά έγκειται στην πραγματικότητα της εφαρμογής και στην πρωτοφανή κλιμάκωση της αυστηρότητας. Στο παρελθόν, οι περισσότερες περιβαλλοντικές παραβάσεις δικάζονταν ως πλημμελήματα. Στην πράξη, αυτό σήμαινε πως τα στελέχη ενδέχεται να καταδικάζονταν, αλλά σχεδόν πάντα οι ποινές ήταν με αναστολή ή εξαγοράσιμες, αφήνοντας το όποιο διοικητικό πρόστιμο ως τη μόνη ουσιαστική κύρωση. Με τη νέα Οδηγία, η εποχή των νομικών παραθυρακίων και των ποινών με αναστολή τελειώνει οριστικά. Αδικήματα που προκαλούν θάνατο ή ανεπανόρθωτη οικολογική βλάβη μετατρέπονται αυτομάτως σε βαριά κακουργήματα, με ελάχιστα ανώτατα όρια κάθειρξης τα οκτώ και δέκα έτη.

Αυτή η αυστηροποίηση καταργεί επίσης τη νοοτροπία που ήθελε τις περιβαλλοντικές κυρώσεις να αποτελούν ένα απλό, διαχειρίσιμο κόστος λειτουργίας. Στο παρελθόν, πολλές μεγάλες βιομηχανίες αντιμετώπιζαν το ενδεχόμενο ενός προστίμου με συγκεκριμένο «ταβάνι» ως ένα υπολογισμένο επιχειρηματικό ρίσκο που ενσωματωνόταν ομαλά στον προϋπολογισμό τους. Πλέον, το σκηνικό αλλάζει βίαια, καθώς τα πρόστιμα συνδέονται ευθέως με τη δυναμική της επιχείρησης, φτάνοντας να ανέλθουν στο 5% του συνολικού παγκόσμιου τζίρου της ή να αγγίξουν τα 40 εκατομμύρια ευρώ. Η ποινή μετατρέπεται σε ένα ποσό-μαμούθ, ικανό να απειλήσει με χρεοκοπία ολόκληρους ομίλους.
Για τον εξορυκτικό τομέα, ο οποίος διαχειρίζεται καθημερινά απόβλητα, απο αδρανή ως επικίνδυνα, κατασκευάζει τεχνητά φράγματα για τη διαχείριση των αποβλήτων και επεμβαίνει ριζικά στο φυσικό τοπίο, ο κίνδυνος είναι ευθέως πολύ σημαντικός και για ορισμένους υπαρξιακός. Το νομοσχέδιο εισάγει τον όρο του διακεκριμένου περιβαλλοντικού αδικήματος, περιγράφοντας παράνομες πράξεις που προκαλούν εκτεταμένη, μη αναστρέψιμη βλάβη σε οικοσυστήματα. Μια τέτοια συνθήκη, η οποία προσεγγίζει ουσιαστικά την έννοια της «οικοκτονίας», σημαίνει ότι μια διαρροή επικίνδυνων υλικών στον υδροφόρο ορίζοντα ή μια αστοχία ασφαλείας ενεργοποιούν αυτομάτως τον βαρύτερο πέλεκυ της δικαιοσύνης.
Πρέπει να καταστεί σαφές πως η νέα ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν ποινικοποιεί γενικά και ρητά την εξόρυξη ως δραστηριότητα. Αντιθέτως, στοχοποιεί με πρωτοφανή αυστηρότητα πολύ συγκεκριμένες παράνομες πράξεις ή σοβαρές παραβάσεις που συνδέονται άμεσα με αυτήν, δημιουργώντας τέσσερα βασικά πεδία νομικού κινδύνου. Η παράνομη άντληση υδάτων, όπως η υπεράντληση ή η αυθαίρετη λήψη επιφανειακών και υπόγειων υδάτων –μια πρακτική που δυστυχώς παρατηρείται ως ανάγκη σε μεγάλες εξορυκτικές δραστηριότητες– συνιστά πλέον ξεκάθαρο ποινικό αδίκημα. Παράλληλα, το νομικό πλαίσιο επεκτείνεται δυναμικά και στον θαλάσσιο χώρο. Προβλέπεται ρητά η άσκηση ποινικής δίωξης για τη ρύπανση που προκαλείται από υπεράκτιες εγκαταστάσεις (offshore), εστιάζοντας στις πλατφόρμες άντλησης πετρελαίου και φυσικού αερίου.Εξίσου αυστηρή είναι η προσέγγιση του νομοθέτη όσον αφορά τη διαχείριση των εξορυκτικών αποβλήτων. Η παράνομη διάθεση, μεταφορά ή αποθήκευση επικίνδυνων υλικών, όπως είναι τα βαρέα μέταλλα και τα τοξικά κατάλοιπα της εξόρυξης, εξισώνεται με έγκλημα, εφόσον προκαλεί ή ενδέχεται να προκαλέσει θάνατο, σοβαρό τραυματισμό ή εκτεταμένη υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Τέλος, η Οδηγία θωρακίζει τη βιοποικιλότητα, ορίζοντας πως εάν μια εξορυκτική δραστηριότητα προκαλέσει σοβαρή και εκτεταμένη ζημιά σε προστατευόμενους βιοτόπους, όπως οι περιοχές του δικτύου Natura 2000, η πράξη αυτή διώκεται ως διακεκριμένο περιβαλλοντικό αδίκημα, λειτουργώντας πρακτικά ως η νομική αποτύπωση της «οικοκτονίας».
Εξίσου δραματική είναι η ανατροπή που αφορά τη μετατόπιση της ευθύνης στα φυσικά πρόσωπα. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο διαπερνά οριστικά το εταιρικό πέπλο προστασίας. Ενώ παλαιότερα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί η προσωπική ευθύνη ενός διευθύνοντος συμβούλου αν δεν βρισκόταν ο ίδιος στο πεδίο της παράβασης, πλέον η νομοθεσία τιμωρεί ποινικά τα υψηλόβαθμα στελέχη και τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων ακόμα και για την απλή «έλλειψη εποπτείας». Αν διαπιστωθεί ότι οι διοικήσεις δεν φρόντισαν να εγκαταστήσουν τα απαραίτητα συστήματα ελέγχου για να εξοικονομήσουν πόρους, βρίσκονται τα ίδια τα φυσικά πρόσωπα στο εδώλιο. Επιπρόσθετα, το κράτος διατηρεί πλέον το δικαίωμα να επιβάλλει την οριστική ανάκληση αδειών λειτουργίας, τον αποκλεισμό από κρατικές χρηματοδοτήσεις ή δημόσιους διαγωνισμούς, φτάνοντας μέχρι και στη δικαστική λύση της ίδιας της εταιρείας.

Είναι απολύτως κατανοητό να δημιουργείται η εντύπωση στην αγορά πως πρόκειται για ένα από τα πιο τιμωρητικά νομοθετικά πλαίσια που έχουν εφαρμοστεί ποτέ. Ωστόσο, η βίαιη αυτή μετάβαση πηγάζει από την ανάγκη διόρθωσης των παθογενειών του παρελθόντος. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αντιλήφθηκαν πως η επιβολή διοικητικών προστίμων έμοιαζε συχνά με εξαγορά του δικαιώματος στη ρύπανση. Παράλληλα, η φύση δεν μπορεί να αγοραστεί εκ νέου, γεγονός που εξηγεί την εισαγωγή της έννοιας της οικοκτονίας. Επιπλέον, η πρωτοφανής αυτή αυστηρότητα λειτουργεί ως ασπίδα για τον υγιή ανταγωνισμό, προστατεύοντας τις εταιρείες που παραδοσιακά τηρούσαν τους κανόνες και επένδυαν σε συστήματα βιώσιμης ανάπτυξης, οι οποίες μέχρι πρότινος τιμωρούνταν από την ίδια την αγορά λόγω του αυξημένου κόστους παραγωγής τους.
Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, βιομηχανικοί σύνδεσμοι και νομικοί κύκλοι εκφράζουν βάσιμες ανησυχίες για το κατά πόσο αυτό το αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο ίσως δημιουργήσει απρόβλεπτες παρενέργειες. Ο άμεσος κίνδυνος δεκαετούς κάθειρξης δημιουργεί ήδη έναν φόβο ανάληψης ευθύνης, με ικανά στελέχη να διστάζουν να αναλάβουν ηγετικές θέσεις σε βιομηχανίες με εγγενές ρίσκο. Ταυτόχρονα, ενώ οι πολυεθνικές διαθέτουν τους πόρους για να στελεχώσουν τεράστια τμήματα κανονιστικής συμμόρφωσης, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις ίσως λυγίσουν κάτω από το βάρος των νέων απαιτήσεων. Το ευρύτερο ερώτημα που πλανάται πλέον είναι εάν αυτή η νομική πίεση θα λειτουργήσει πράγματι ως καταλύτης για τεχνολογικές καινοτομίες στην ασφάλεια, ή αν τελικά θα οδηγήσει σε αποβιομηχάνιση, αναγκάζοντας εταιρείες να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε τρίτες χώρες.
Παράλληλα, η επιτυχής και δίκαιη εφαρμογή αυτού του νέου πλαισίου εξαρτάται απόλυτα από την ετοιμότητα και την επάρκεια του ίδιου του κρατικού μηχανισμού. Όσο αυστηρός και αν είναι ο νόμος στα χαρτιά, η πραγματική αποτελεσματικότητά του θα κριθεί στο πεδίο, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ουσιαστική ενίσχυση των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών, όπως το Σώμα Επιθεωρητών Περιβάλλοντος. Αν η Πολιτεία δεν στελεχώσει επαρκώς τις υπηρεσίες αυτές με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, ικανό να διεξάγει σύνθετους, αντικειμενικούς και αδιάβλητους ελέγχους, ελλοχεύει ένας διπλός κίνδυνος: από τη μία, ο νόμος να παραμείνει ανεφάρμοστος για όσους παρανομούν συστηματικά και, από την άλλη, να εγκλωβίσει τις τυπικές, νόμιμες επιχειρήσεις σε έναν κυκεώνα ατελέρμονων και αδικαιολόγητων ελέγχων.
Εν κατακλείδι, το μήνυμα προς τη βιομηχανία των εξορύξεων είναι σαφές. Η αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» δεν τελειώνει, αλλά αυστηροποιείται στον μέγιστο βαθμό. Η νέα Ευρωπαϊκή Οδηγία διαμηνύει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο πως η Ευρώπη χρησιμοποιεί πλέον το ποινικό δίκαιο ως βασικό εργαλείο της πράσινης μετάβασης, καθιστώντας τον λογαριασμό της ρύπανσης τόσο βαρύ, που καμία εταιρεία δεν θα έχει την πολυτέλεια να τον αγνοήσει. Παράλληλα και η Πολιτεία θα πρέπει να ενεργοποιήσει όλους τους πόρους της ώστε να αποδώσει την ασφάλαια δικαίου που απαιτεί μια τέτοια νομοθετική παρέμβαση.
Πηγή: oryktosploutos.net
