Το 1984 δηµοσιεύονται ο Ν. 1428/84 «για την εκµετάλλευση λατοµείων αδρανών υλικών» στον οποίον περιλαµβάνεται άρθρο για την αναθεώρηση των συµβολαίων δηµοσίων µεταλλείων, και ο νέος Κανονισµός Μεταλλευτικών και λατοµικών Εργασιών (Κ.Μ.Λ.Ε.), ενώ τέλος το 1986 δηµοσιεύεται ο Ν. 1650/86 για την προστασία του περιβάλλοντος.
Η κρίση της δεκαετίας του 80 που µαστίζει τον κλάδο, οδηγεί σηµαντικές και ιστορικές εταιρείες σε µαρασµό, συρρίκνωση, υπαγωγή στην κατηγορία των προβληµατικών µε ιδιαίτερα µέτρα «εξυγίανσης» που δεν απέδωσαν ποτέ και φυσικά ορισµένες από αυτές σε κλείσιµο.
Ο Σύνδεσµος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, εκπρόσωπος των επιχειρήσεων που απέµειναν στον κλάδο, προσπαθεί σε πείσµα του δυσµενούς επιχειρηµατικού κλίµατος να κρατάει στην επικαιρότητα την ανάγκη διατήρησης και επέκτασης αν είναι δυνατόν, της τόσο αναπτυξιακής και συναλλαγµατοφόρου εξορυκτικής δραστηριότητας.
Τις προσπάθειες αυτές τις επέκτεινε και στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (σήµερα Ευρωπαϊκή ΄Ένωση) από το 1981, έτος σύνδεσης Ελλάδος – ΕΟΚ, αφού έγινε µέλος της EUROMETAUX στην αρχή και της EUROMINES στην συνέχεια. Στις δύο αυτές Ευρωπαϊκές ενώσεις ο ΣΜΕ εκπροσωπείται από τoν κ. Αθανασακόπουλο στην Eurometaux, διευθύνοντα σύµβουλο της ∆ελφοί ∆ίστοµο, που εκλέγεται και µέλος της Εκτελεστικής της Επιτροπής και τον κ. Β. Νικολετόπουλο στην Euromines, διευθυντικό στέλεχος των Ελληνικών Λευκολίθων, που εκλέγεται Α΄ Αντιπρόεδρος σ΄ αυτήν.
Το 1985 µετά από παρέµβαση του Συνδέσµου το Υπουργείο Εµπορίου κάνει αποδεκτό το αίτηµα του κλάδου να εξαιρεθούν οι µεταλλευτικές επιχειρήσεις από την υποχρέωση καταβολής περιθωρίων και δασµών στα εισαγόµενα είδη και ιδιαίτερα στον κεφαλαιουχικό εξοπλισµό (απόφαση Υπουργείου Ε6/4239/85).
Από 1 Ιανουαρίου 1987 εισάγεται στην χώρα ο Φ.Π.Α. Οι εξαγωγές απαλλάσσονται από τον Φ.Π.Α. και παρέχεται το δικαίωµα της έκπτωσης του φόρου των εισροών. Ο ΣΜΕ στην φάση επεξεργασίας του νοµοσχεδίου θέτει τις βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν το νέο σύστηµα. Στην συνέχεια προβάλλει διάφορες προτάσεις για την αντιµετώπιση των προβληµάτων από την εφαρµογή του.
Το Μάρτιο του 1987 ο ΣΜΕ µετέχει στην οργανωτική επιτροπή του ΤΕΕ για το 2ο Συνέδριο του Ορυκτού Πλούτου.
Ο Σύνδεσµος και οι εταίροι του στην Euromines αντιδρούν έντονα στην επέκταση της συµφωνίας ΛΟΜΕ ΙΙΙ (ενίσχυση από ΕΟΚ της παραγωγής πρώτων υλών χωρών Αφρικής, Καραϊβικής και Ειρηνικού) σε µία µεγάλη γκάµα µεταλλευτικών προϊόντων και η συµφωνία περιορίζεται.
Γίνεται σηµαντικότατη προσπάθεια µε έντονη συµµετοχή του Συνδέσµου στην αντιµετώπιση των θεµάτων dumping από τα ευρωπαϊκά όργανα. Επίσης µετέχει ενεργά στο Εθνικό Συµβούλιο Εξαγωγών.
Το 1988 συγκροτείται από το ΥΒΕΤ (σηµερινό ΥΠΑΝ) επιτροπή επεξεργασίας θέσεων για την υιοθέτηση κοινής µεταλλευτικής πολιτικής από την Κοινότητα.
‘Ο ΣΜΕ µετέχει ενεργά στην επιτροπή αυτή µε παράλληλη συνεργασία µε τους Ευρωπαϊκούς εταίρους στην Eurometaux και Euromines. Εκτός αυτών ο ΣΜΕ εκπονεί τρεις µελέτες (Γενική Μελέτη Μεταλλευτικού Τοµέα και δύο ειδικές µελέτες για τον ελληνικό βωξίτη και µαγνησίτη) τις οποίες και παρουσιάζει στο Ζάππειο Μέγαρο παρουσία εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης, της Eurometaux και Euromines.
Επεξεργάζεται προτάσεις για την αναµόρφωση του αναπτυξιακού νόµου 1262/82 τις οποίες και προβάλλει ιδιαίτερα στις επαφές του µε την πολιτική ηγεσία και την ∆ηµόσια ∆ιοίκηση. Βασικές θέσεις η ένταξη στις παραγωγικές επενδύσεις των «δαπανών για την εξακρίβωση των κοιτασµάτων» και η δηµιουργία αφορολόγητου αποθεµατικού για αποκατάσταση περιβάλλοντος.
Το 1991 για πρώτη φορά κάτι που επικαιροποιηµένα έχει επαναληφθεί πολλές φορές έκτοτε, ο Σύνδεσµος προβάλει την θέση για τον καθορισµό ζωνών ανάπτυξης µεταλλευτικής δραστηριότητας, στα πλαίσια της εφαρµογής του άρθρου 24 του Ν. 1650, συνοδεύοντας την πρόταση αυτή από συγκεκριµένες µελέτες για τις περιοχές που έχουν µεταλλευτική εξορυκτική δραστηριότητα.
Το 1992 ο ΣΜΕ σε συνεργασία µε τον ΣΕΒ και την Ένωση Επεξεργασίας Μετάλλων συµµετέσχε στην δηµιουργία ενός διακοινοτικού δικτύου εργοδοτικών οργανώσεων από πέντε Ευρωπαϊκές Χώρες (Γαλλία, Βέλγιο, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα) για την εκπαίδευση των εργαζοµένων στα µεταλλεία και τις µεταλλουργίες µε την ονοµασία Eurometalform.
Επιχειρήθηκε η κατάργηση των διατάξεων του Ν. 2681/54 που αφορούσαν τις επιστροφές του ειδικού φόρου κατανάλωσης καυσίµων, αυτών που αναλώνονται για παραγωγή εξαγόµενων προϊόντων. Μετά από έντονη αντίδραση ΣΕΒ, ΣΜΕ και άλλων φορέων η κατάργηση αυτή δεν ίσχυσε.
Την ίδια εποχή ο Σύνδεσµος εκπροσωπείται στην εθνική αντιπροσωπεία που µετέχει στο Ευρωπαϊκό Όργανο για την Ασφάλεια και Υγιεινή στα Μεταλλεία (SHCMOEI).
Το 1993 η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποστέλλει στο Σύνδεσµο ∆ίπλωµα για τις δραστηριότητες που ανέπτυξε συµβάλλοντας στην επιτυχία του Ευρωπαϊκού Έτους για την Ασφάλεια και την Υγιεινή στους χώρους εργασίας.
Μετά από ιδιαίτερη πίεση των ενδιαφερόµενων ευρωπαϊκών φορέων του κλάδου στους οποίους µετέχει και ο ΣΜΕ για υιοθέτηση κοινής µεταλλευτικής πολιτικής από πλευράς Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Επιτροπή, υλοποιώντας την ανάλογη απόφαση των Υπουργείων Βιοµηχανίας των κρατών µελών (18-11-93), συστήνει επιτροπές εµπειρογνωµόνων για τα θέµατα βελτίωσης της πρόσβασης στις πληροφορίες της συνεκτίµησης κόστους και περιβαλλοντικής µέριµνας, της προσαρµογής εκπαιδευτικών δοµών στις ανάγκες της βιοµηχανίας και της πολιτικής βιοµηχανικής συνεργασίας µε τρίτες χώρες.
Το 1995 εκδόθηκε το πρώτο European Mineral Yearbook. Επίσης το ίδιο έτος αναλαµβάνει την προεδρεία της Euromines το µέλος του ∆.Σ. του ΣΜΕ κ. Β. Νικολετόπουλος.
Το Ευρωπαϊκό Συνέδριο που οργανώνεται την ίδια χρονιά στην χώρα µας µε θέµα έρευνα και ανάπτυξη των βιοµηχανικών ορυκτών στην Ε.Ε. στέφθηκε µε απόλυτη 12 επιτυχία, µε κυρίαρχες συµµετοχές και παρουσιάσεις των εταιρειών µελών του ΣΜΕ και επισκέψεις συµµετεχόντων στις εξορυκτικές δραστηριότητες και τις εγκαταστάσεις της Α.Ε. Αργυροµεταλλευµάτων & Βαρυτίνης στην Μήλο.
Σε υλοποίηση διατάξεων της κοινοτικής οδηγίας 92/43 για την διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας ξεκινούν οι εργασίες προσδιορισµού του ∆ΙΚΤΥΟΥ NATURA 2000. ΄Ήδη οι πρώτες εκτιµήσεις δέσµευσης περιοχών είναι καταφανώς εις βάρος της µεταλλευτικής δραστηριότητας. Ο ΣΜΕ παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις προσπαθώντας να εξαιρέσει περιοχές µεταλλευτικών δραστηριοτήτων από το δίκτυο Natura.
Το 1997 η Ε.Ε. αποφασίζει την «κοινοτική στρατηγική για την διαχείριση των αποβλήτων» και τις επιµέρους οδηγίες όπως «για την υγειονοµική ταφή των αποβλήτων» (landfill) και την «διαχείριση των αποβλήτων της εξορυκτικής βιοµηχανίας» (είναι ακόµη σχέδιο οδηγίας).
Ο ΣΜΕ αναπτύσσει σηµαντική δραστηριότητα έχοντας συνεχή επαφή µε ‘Eλληνες εκπροσώπους στα κοινοτικά όργανα, ευρωβουλευτές, πολιτική ηγεσία και ∆ηµόσια ∆ιοίκηση ΥΠΑΝ, ΥΠΕΧΩ∆Ε) και Euromines ώστε για τα στερεά αδρανή στείρα υλικά, παραπροϊόντα της εξορυκτικής διαδικασίας, να υπάρξει διαφοροποίηση αντιµετώπισης από τα κλασσικά απόβλητα.
Επίσης αντιδρά στην πρόθεση της ευρωπαϊκής κοινότητας για φορολόγηση των πρώτων υλών και των ενεργειακών προϊόντων.
Εκδίδονται οι οδηγίες 96/61/ΕΚ «σχετικά µε την ολοκληρωµένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης» και ξεκινά η προσπάθεια προσδιορισµού Β.Α.Τ. (Best Available Techniques). Επίσης εκδίδεται η οδηγία 97/11/ΕΚ «περί τροποποίησης της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ για την εκτίµηση των επιπτώσεων ορισµένων δηµοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον».
Σ΄ όλα αυτά είναι συνεχείς οι παρεµβάσεις του ΣΜΕ προκειµένου να προστατευθούν τα συµφέροντα του εξορυκτικού κλάδου που πλήττεται έντονα από αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας ρυθµίσεων, απαιτήσεων και υποχρεώσεων που επιβάλλει η Ε.Ε. και κατ΄ επέκταση και η ελληνική νοµοθεσία, σε συνδυασµό και µε το γραφειοκρατικό πνεύµα αντιµετώπισης των πραγµάτων που χαρακτηρίζει την ∆ηµόσια ∆ιοίκηση.
Στην πλούσια δράση του ΣΜΕ θα ήταν παράληψη να µην αναφέρουµε τις σηµαντικές προσπάθειες που κατέβαλαν για την αναβάθµιση του Συνδέσµου τον εκσυγχρονισµό του και την πληρέστερη λειτουργία του, από την δεκαετία του 70 και µετά οι πρόεδροι, Μιχάλης Σκαλιστήρης, Κωσταντίνος Γεωργαντάς, Αλέξανδρος Αθανασιάδης, Πάρις Κυριακόπουλος, ∆ηµήτριος Πόρτολος και Αθανάσιος Αθανασακόπουλος, οι Γενικοί Γραµµατείς . Οδυσσέας Κυριακόπουλος και Βασίλειος Νικολετόπουλος όπως και οι ∆ιευθυντές του ΣΜΕ, Κωνσταντίνος Παπαδηµητρίου και Ιωάννης Οικονοµόπουλος.
Ο σηµερινός Σύνδεσµος έχει ως µέλη του επιχειρήσεις απ΄ όλους σχεδόν τους τοµείς της εξορυκτικής δραστηριότητας. Συνεχίζει να παραµένει βασικός του σκοπός από το 1924 έως σήµερα, η ισχυροποίηση και η προώθηση του ελληνικού εξορυκτικού κλάδου, ως πυρήνα περιφερειακής και εθνικής ανάπτυξης και διεθνούς επιχειρηµατικής δραστηριότητας.
Οι επιχειρήσεις της εξορυκτικής και µεταλλουργικής βιοµηχανίας εξελίσσονται συνεχώς µε την πραγµατοποίηση µεγάλων επενδύσεων για τον εκσυγχρονισµό των εγκαταστάσεων, του εξοπλισµού και των µεθόδων παραγωγής, καθώς και των διοικητικών και οργανωτικών συστηµάτων λειτουργίας τους, την συστηµατοποίηση των ερευνών, την εισαγωγή της πλέον σύγχρονης τεχνολογίας, την περιβαλλοντική µέριµνα, την έρευνα της διεθνούς αγοράς, την έρευνα για νέα προϊόντα και νέες χρήσεις καλύπτοντας τις ανάγκες της βιοµηχανίας (market to mine), την υψηλή στάθµη εκπαίδευσης του επιστηµονικού και του εργατοτεχνικού προσωπικού, την βελτίωση και την πιστοποίηση της ποιότητας.
Η εξορυκτική βιοµηχανία αποτελεί ένα κλάδο άµεσα εξαρτώµενο και επηρεαζόµενο από το διεθνές περιβάλλον. Έτσι, η παγκοσµιοποιηµένη δράση των εταιρειών αποτελεί πρωταρχική αναγκαιότητα, µε προϋπόθεση την άριστη γνώση των ξένων αγορών αλλά και του διεθνούς ανταγωνισµού. Εκτός, λοιπόν, από την πολύ σηµαντική εξαγωγική δραστηριότητα που υλοποιεί η ελληνική εξορυκτική και µεταλλουργική βιοµηχανία, σηµαντική παραγωγική και εµπορική παρουσία έχουν αναπτύξει και εκτός Ελλάδος µεγάλες εταιρίες µέλη του ΣΜΕ. Οι εδώ και πολλά χρόνια διεθνοποιηµένες αυτές εταιρείες, έχουν αξιοποιήσει τα πλεονεκτήµατα που έχουν αποκτήσει, όπως η τεχνογνωσία, το µάνατζµεντ και η εµπειρία διεθνών δικτύων διανοµής, δηµιουργώντας είτε θυγατρικές εταιρίες είτε συµµετέχοντας µε σηµαντικά ποσοστά σε εταιρίες του εξωτερικού.
Σήµερα εταιρείες του κλάδου κατέχουν σηµαντικά µερίδια στην διεθνή αγορά σε προϊόντα όπως βωξίτης, αλούµινα, αλουµίνιο, νικέλιο, καυστική µαγνησία, µπεντονίτη, περλίτη, κίσσηρη και µάρµαρα.
Χαρακτηριστική περιγραφή για το πού έχει φτάσει σήµερα η µεταλλευτική – µεταλλουργική – εξορυκτική βιοµηχανία, ποιες οι προοπτικές, οι προκλήσεις και τα προβλήµατα που αντιµετωπίζει, δίνεται στην οµιλία του προέδρου του ΣΜΕ κ. Ε. Βιδάλη στην ηµερίδα της Κοζάνης στις 7/10/2005 απόσπασµα της οποίας παραθέτουµε:
Κυρίες και κύριοι, Πιστεύουµε ακράδαντα ότι οι δραστηριότητες που εκπροσωπεί ο σύνδεσµός µας είναι αναπτυξιακές, εξωστρεφείς, διεθνοποιηµένες και από τη φύση τους συνυφασµένες µε την περιφερειακή ανάπτυξη. Όλοι εµείς που ασχολούµεθα µε τη µεταλλευτική δραστηριότητα, γνωρίζουµε ότι αυτή αποτελεί απαραίτητη υποδοµή για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονοµίας, προµηθεύει υλικά απαραίτητα για µια σειρά βιοµηχανικών κλάδων αλλά και χρήσιµα για την καθηµερινή µας ζωή, έχει έντονο εξαγωγικό προσανατολισµό και, εκτός από παρόν, έχει και πολύ ελπιδοφόρο µέλλον.
Ας δούµε όµως µαζί κάποια στοιχεία και δεδοµένα:
Περισσότερα γι΄ αυτά, θα σας πουν αργότερα οι άξιοι συνάδελφοι εκπρόσωποι αυτών των εταιρειών. Αυτό που εγώ θα ήθελα να επισηµάνω είναι ότι η δραστηριότητα τέτοιων εταιριών υποδηλώνει τις σηµαντικές δυνατότητες οριζόντιας επέκτασης του κλάδου σε νέα ορυκτά. Εκτός από τον έντονα εξαγωγικό προσανατολισµό της ελληνικής εξορυκτικής βιοµηχανίας, αφού πάνω από το 65% των πωλήσεων προέρχεται από εξαγωγές, µεγάλες εταιρίες του χώρου έχουν επίσης από καιρό διεθνοποιηθεί και δραστηριοποιούνται εκτός των συνόρων της χώρας µας, όχι µόνο εξαγωγικά αλλά και µε πρωτογενή παραγωγή, καθετοποίηση και δίκτυα διανοµής σε άλλες χώρες. [Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγµατα αποτελούν εταιρίες όπως οι Ελληνικοί Λευκόλιθοι, τα Μάρµαρα ∆ιονύσου, η S&B Bιοµηχανικά Ορυκτά Α.Ε. (της οποίας έχω την τιµή να ηγούµαι) και άλλες].
Από την παράθεση όλων των παραπάνω, αποκτάτε πιστεύω µια ανάγλυφη εικόνα της πολυεπίπεδης δραστηριότητάς µας. Μιας δραστηριότητας ζωντανής, εξωστρεφούς, δυναµικής και εξελισσόµενης. Σηµειωτέον ότι ο ελληνικός ορυκτός πλούτος δεν συνίσταται σε λίγα µαζικά υλικά, αλλά σε ποικιλία πολλών και µε πολύ µεγάλο βιοµηχανικό ενδιαφέρον υλικών, µε πολλές χρήσεις. Αυτό στην ουσία σηµαίνει ότι οι έρευνες για την ανακάλυψή τους πρέπει να ενθαρρύνονται και όχι να περιορίζονται λόγω στενών αντιλήψεων.
Άλλη σηµαντική παράµετρος της συµβολής του κλάδου στην εθνική οικονοµία είναι και ο ρόλος που διαδραµατίζει στην περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας µας. Από τη φύση της η εξορυκτική βιοµηχανία αναπτύσσεται εκεί όπου βρίσκονται και τα αποθέµατα, ουσιαστικά δηλαδή στην ελληνική περιφέρεια και πολύ συχνά µάλιστα σε περιοχές µε περιορισµένες άλλες δυνατότητες ανάπτυξης. Συνεπώς, στις περιοχές αυτές, οι εξορυκτικές δραστηριότητες δεν προσφέρουν µόνο απασχόληση µε συνεπακόλουθη µείωση της ανεργίας και καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, αλλά, µέσα από τη συνύπαρξη και τη συνεργασία τους µε τον τοπικό πληθυσµό, συνεισφέρουν στη γενικότερη ευηµερία της τοπικής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, ενισχύοντας τις δεξιότητες και εµπλουτίζοντας το ανθρώπινο δυναµικό, αναπτύσσοντας παράπλευρες οικονοµικές δραστηριότητες, συµβάλλοντας στην τοπική κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη.
Τέλος, είναι σηµαντικό να τονιστεί ότι η ελληνική Μεταλλεία, ακριβώς λόγω του σηµαντικού και ποικίλου ορυκτού πλούτου που διαθέτει η χώρα µας και της έντονης µεταλλευτικής δραστηριότητας που έχει αναπτυχθεί, έχει κερδίσει την ευρωπαϊκή αναγνώριση και έχει κατορθώσει να έχει ισχυρή παρουσία και δύναµη επιρροής στους συνδέσµους και τις ενώσεις του κλάδου σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Τότε λοιπόν, πού είναι το πρόβληµα; Θα αναρωτηθούν κάποιοι. Κλάδος µε ισχυρά θεµέλια, δυναµικό παρόν και υποσχόµενο µέλλον, πλούσια δραστηριότητα, διεθνή αναγνώριση, τι άλλο; ∆εν θα σας µιλήσω για προβλήµατα, Κυρίες και Κύριοι, θα σας µιλήσω µόνο για προκλήσεις, για τις προκλήσεις στις οποίες έχουµε χρέος να ανταποκριθούµε, συναισθανόµενοι την αποστολή µας, όχι µόνον ως επιχειρηµατίες της σύγχρονης εποχής, ως φορείς της Κεντρικής ∆ιοίκησης ή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και µε αυτήν (την ιδιότητα) των ευαισθητοποιηµένων πολιτών ενός «παγκόσµιου χωριού».
Είναι γεγονός αδιαµφισβήτητο ότι το 75% της νοµοθεσίας των χωρών της Ε.Ε., στην οποία περιλαµβάνεται και η νοµοθεσία για το περιβάλλον, διαµορφώνεται στις Βρυξέλλες. Αυτή είναι µια πραγµατικότητα που δεν θα αλλάξει. Σε επίπεδο Ε.Ε., αυτό που εµείς µπορούµε να κάνουµε, είναι να παρακολουθούµε από κοντά τις εξελίξεις και µε δεδοµένο ότι η νοµοθεσία τείνει να γίνεται ολοένα και πιο αυστηρή, να ενδυναµώσουµε τον παρεµβατικό µας ρόλο, ώστε µε τις διεξοδικές και ρεαλιστικές προτάσεις µας να επηρεάζουµε τα υπό εξέλιξη ή τα µελλοντικά νοµοθετήµατα. (π.χ. REACH, οδηγία για τα µεταλλευτικά απόβλητα κ.α.).
∆εν είναι όµως µόνον η αυστηρή και δύσκολη νοµοθεσία της Ε.Ε. που µας προβληµατίζει, είναι και οι ατυχείς χειρισµοί και οι ασάφειες στην εφαρµογή αυτής της νοµοθεσίας σε εθνικό επίπεδο, που δυσχεραίνουν τη δουλειά µας. Επίσης, το γενικότερο ελληνικό νοµοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο, συχνά αγκυλωµένο, πολυδαίδαλο και γραφειοκρατικό, έρχεται να επιδεινώσει την κατάσταση. Χαρακτηριστικά παραδείγµατα αποτελούν:
Οι δυσκολίες που προανέφερα, σε συνδυασµό µε λαθεµένες αντιλήψεις ορισµένων παραγόντων της δηµόσιας διοίκησης και των τοπικών κοινωνιών, δηµιουργούν ανασχετικό κλίµα και οδηγούν κάποιες από τις δραστηριότητές µας σε αναπόφευκτη στασιµότητα ή και συρρίκνωση, µε χαρακτηριστικότερο παράδειγµα αυτό του κλάδου του µαρµάρου. Συγχρόνως, εµποδίζουν την ανάπτυξη νέων κοιτασµάτων και αποθαρρύνουν τόσο ελληνικές όσο και, κυρίως, ξένες επενδύσεις, παράγοντες που υποθηκεύουν την ανάπτυξη στο µέλλον. Οφείλουµε να αντιληφθούµε ότι λειτουργούµε και κρινόµαστε και ως µέλη µιας ευρύτερης κοινότητας, και περιπτώσεις όπως αυτή των επενδύσεων στον ελληνικό χρυσό, ή της εταιρίας Rio Τinto –ενός παγκόσµιου κολοσσού- που ενδιαφερόταν για έρευνα στη χώρα µας σε χαλκό, οι οποίες µαταιώθηκαν πριν καν ξεκινήσουν, έχουν πολύ αρνητικό για τη χώρα µας αντίκτυπο σε διεθνές επίπεδο.
Πριν περάσω στο θέµα της συνεργασίας µας µε την Πολιτεία, και στο τι µπορούµε να κάνουµε εµείς και τι ζητούµε από τη ∆ιοίκηση, θέλω να σταθώ στον ακρογωνιαίο για την ανάπτυξη του κλάδου µας, λίθο: την αποδοχή µας από την τοπική κοινωνία.
Είναι ξεκάθαρο για µας, και το τονίζουµε προς πάσα κατεύθυνση, ότι ενδιαφερόµαστε να προχωρήσουµε µαζί µε τις κατά τόπους κοινωνίες, σεβόµενοι τους προβληµατισµούς τους για την προστασία του περιβάλλοντος. Αγωνιζόµαστε για την κοινωνική αποδοχή, γι’ αυτό που εµείς αποκαλούµε «κοινωνική» άδεια λειτουργίας και όχι απλά για την τυπική άδεια λειτουργίας από τον αρµόδιο φορέα.
Στόχος µας είναι η δηµιουργία σχέσεων βασισµένων στο αµοιβαίο και συλλογικό όφελος.
Συχνά βγαίνει προς τα έξω µια αρνητική εικόνα για τον κλάδο της µεταλλείας οφειλόµενη κυρίως σε δύο παράγοντες: Ο πρώτος έχει να κάνει µε τις εξ ορισµού ιδιότυπες συνθήκες εργασίας στον κλάδο, που θέλουν τον άνθρωπο να εργάζεται πολύ κοντά στη φύση κάτω από δύσκολες συνθήκες. Ο δεύτερος αφορά την οπτική όχληση που η δραστηριότητά µας προκαλεί, παρέµβαση που, ναι µεν είναι αποκαταστάσιµη, αλλά σαφώς δεν κρύβεται και, κατά συνέπεια, «τραβάει την προσοχή». Το κατανοούµε και αποδεχόµαστε ότι είµαστε εµείς που πρέπει να προσπαθήσουµε για τη σταδιακή µεταστροφή της επικρατούσας αντίληψης ότι, η εξορυκτική δραστηριότητα καταστρέφει το περιβάλλον και αδιαφορεί για τις συνθήκες εργασίας των ανθρώπων της. Από εµάς και µόνο εξαρτάται να άρουµε τις προκαταλήψεις, να πείσουµε τις τοπικές κοινωνίες, µέσα από τη δράση και τα έργα µας, να µας αποδεχθούν, να έρθουν σε διάλογο, που ίσως και να έχει αρνητική κατάληξη, αλλά που πάντα είναι γόνιµος, εφόσον γίνεται σε πνεύµα αµοιβαίας εµπιστοσύνης και σεβασµού των διαφορετικών συµφερόντων και προσδοκιών των εµπλεκοµένων µερών.
Η έννοια της βιώσιµης ανάπτυξης, έτσι όπως προωθείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, µε βάση τις διακηρύξεις της Συνόδου του Gothenburg του 2001, είναι µια άλλη πραγµατικότητα που δεν πρόκειται να αλλάξει. Το γνωστό τρίγωνο οικονοµίαπεριβάλλον-κοινωνία και η απαίτηση για συνεχή βελτίωση των δραστηριοτήτων και αποτελεσµάτων που εµπίπτουν και στα 3 αυτά πεδία, είναι σίγουρο ότι θα υπαγορεύουν στο εξής, τόσο την Ευρωπαϊκή και την εθνική νοµοθεσία, όσο και τον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων.
Εµείς, τα µέλη του ΣΜΕ, υιοθετούµε τις αρχές της βιώσιµης ανάπτυξης και δεσµευόµαστε για την ταυτόχρονη βελτιστοποίηση των οικονοµικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών αποτελεσµάτων των δραστηριοτήτων µας. Πρακτικά αυτό σηµαίνει ότι για εµάς δε νοείται δραστηριότητα που δε θα λαµβάνει υπόψη της την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζοµένων, τις επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες, τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. Το περιβάλλον είναι µια έννοια που απασχολεί και πρέπει να απασχολεί όλους µας.
Αν όµως θέλουµε να αναπτύξουµε σωστά µία από τις σηµαντικές πλουτοπαραγωγικές πηγές της πατρίδας µας οφείλουµε να κινηθούµε έξω από στερεότυπα και προκαταλήψεις. Το δίληµµα «περιβάλλον ή ανάπτυξη» είναι ψευδές αφού, η ισόρροπη ανάπτυξη µε ανταγωνιστικούς όρους και η λήψη µέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος, µπορούν και πρέπει να συνυπάρξουν αρµονικά εξυπηρετώντας το τρίτο σκέλος του τριγώνου, την κοινωνία.
Για όλα τα παραπάνω, και µε πλήρη συνείδηση του ρόλου και των ευθυνών µας, εµείς ως Σύνδεσµος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων δεσµευόµαστε:
Η ∆ιοίκηση του Συνδέσµου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων για το 2005-2007 είναι η εξής:
Ε. Βιδάλης, Πρόεδρος, Β. Τσίπρας, Αντιπρόεδρος, Στ. Γιαννακόπουλος, Γενικός Γραµµατέας, Μ. Λοµβάρδρος, Ταµίας, Ρ. Κουµάντου, Αναπλ. Γεν. Γραµµατέας, Ελ. Φαίδρος, Αναπλ. Ταµίας, Γ. Γεωργιάδης, Μέλος, Κ. Μελάς, Μέλος, Μ. Κωνσταντινίδης, Μέλος, Γρ. Μπάκας, Μέλος, Κ. Σάλτας, Μέλος, Μ. Στεφανάκης, Μέλος, Εµ. Φρογουδάκης, Μέλος.
Το 2006 και το 2007 υπήρξαν ιδιαίτερα καλές χρονιές για την ελληνική εξορυκτική βιοµηχανία σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίστηκε από αυξηµένη ζήτηση για φυσικούς πόρους.
Η ραγδαία αύξηση ζήτησης πρώτων υλών και οι θετικές ή αρνητικές επιδράσεις που το γεγονός αυτό είχε σε όλους του τοµείς της παγκόσµιας οικονοµίας, επανέφεραν στο προσκήνιο, εντονότερη από ποτέ, τη στρατηγική σηµασία των φυσικών πρώτων υλών. Πλέον ορατά παραδείγµατα αυτών των εξελίξεων αποτελούν : η εκτόξευση των τιµών της ενέργειας και η ανάδειξη της γεωπολιτικής στρατηγικής της σηµασίας, οι σηµαντικές αυξήσεις τιµών των µετάλλων και των περισσότερων πρώτων υλών, η άνθιση των µαζικών µεταφορών υλικών, ιδιαίτερα των θαλάσσιων, καθώς είναι αυτές που συνδέουν τις διασπαρµένες ανά την υφήλιο πηγές πρώτων υλών µε τις αγορές.
Ακρογωνιαίος λίθος για την ανάπτυξη του κλάδου της εξορυκτικής βιοµηχανίας είναι η αποδοχή από την τοπική κοινωνία. Ιδιαίτερα οι επιχειρήσεις του ΣΜΕ ενδιαφέρονται να προχωρήσουν µαζί µε τις κατά τόπους κοινωνίες, σεβόµενες τους προβληµατισµούς τους για την προστασία του περιβάλλοντος. Προσπαθούν για την κοινωνική αποδοχή του έργου τους, αυτό που θα µπορούσε να χαρακτηριστεί ως κοινωνική άδεια λειτουργίας, πέραν της τυπικής άδειας λειτουργίας που δίνει η ∆ηµόσια ∆ιοίκηση. Σκοπός είναι η δηµιουργία σχέσεων βασισµένων στο αµοιβαίο και συλλογικό όφελος.
Οι επιχειρήσεις του κλάδου µε το έργο τους και τον κοινωνικό τους ρόλο έχουν ξεκινήσει προσπάθειες για τη σταδιακή µεταστροφή της επικρατούσας αντίληψης ότι η εξορυκτική δραστηριότητα καταστρέφει το περιβάλλον και αδιαφορεί για τις συνθήκες εργασίας των ανθρώπων της. Η έννοια της βιώσιµης ανάπτυξης, έτσι όπως προωθείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, µε βάση τις διακηρύξεις της Συνόδου του Gothenburg του 2001, είναι πλέον ισχυρό δεδοµένο αλλά και ζητούµενο για το πώς θα υλοποιηθεί. Το γνωστό τρίγωνο οικονοµία-περιβάλλον-κοινωνία και η απαίτηση για συνεχή βελτίωση των δραστηριοτήτων και αποτελεσµάτων που εµπίπτουν και στα 3 αυτά πεδία, υπαγορεύουν στο εξής, τόσο την Ευρωπαϊκή και την εθνική νοµοθεσία, όσο και τον τρόπο λειτουργίας των επιχειρήσεων. Τα µέλη του ΣΜΕ, αποδέχονται τις αρχές της βιώσιµης ανάπτυξης υιοθετώντας συγκεκριµένο κώδικα αρχών µέσω του οποίου δεσµεύονται για την ταυτόχρονη βελτιστοποίηση των οικονοµικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών αποτελεσµάτων των δραστηριοτήτων τους. Πρακτικά αυτό σηµαίνει ότι δε νοείται δραστηριότητα που δε θα λαµβάνει υπόψη της την υγιεινή και την ασφάλεια των εργαζοµένων, τις επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες, και τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. Επίσης τα µέλη του ΣΜΕ αποφάσισαν να απολογίζονται ετήσια επί συγκεκριµένων δεικτών, για την πορεία εφαρµογής του κώδικα αρχών.
Σε συνέντευξη τύπου που δόθηκε από το Προεδρείο του ΣΜΕ στα γραφεία του Συνδέσµου, στις 4-5-2006 παρουσιάστηκε αναλυτικά ο Κώδικας στους εκπροσώπους του τύπου όπως και οι σκοποί και στόχοι των µελών του Συνδέσµου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων από την υιοθέτηση και εφαρµογή του.
Το κύριο µήνυµα στην συνέντευξη αυτή δόθηκε από τον Πρόεδρο του ΣΜΕ κ. Ε. Βιδάλη που τόνισε ότι «Με την υιοθέτηση αυτού του Κώδικα και την παρακολούθηση της εφαρµογής του µέσω δεικτών, οι επιχειρήσεις-µέλη του Συνδέσµου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων κάνουν ένα πρωτοποριακό βήµα ανταπόκρισης στις προκλήσεις για ισόρροπη βιώσιµη ανάπτυξη σε βάθος χρόνου, και δεσµεύονται συλλογικά να επιδιώκουν την αποδοχή της ελληνικής κοινωνίας µε πράξεις και όχι λόγια».
Ο Κώδικας Αρχών που υιοθέτησαν τα µέλη του ΣΜΕ έχει ως εξής:
«Ο εξορυκτικός κλάδος είναι οικονοµική δραστηριότητα ζωτικής σηµασίας για την ανθρώπινη ευηµερία, καθώς παράγει προϊόντα που καλύπτουν βασικές ανάγκες της κοινωνίας. Για την ικανοποίηση των σηµερινών και µελλοντικών αναγκών της κοινωνίας οι επιχειρήσεις του εξορυκτικού κλάδου πρέπει να µπορούν να λειτουργούν σε ένα προβλέψιµο θεσµικό και νοµικό πλαίσιο που προάγει την επιχειρηµατικότητα, διασφαλίζει την προστασία του περιβάλλοντος και ενισχύει την κοινωνική συνοχή.
Οι παραπάνω στόχοι εναρµονίζονται µε τις αρχές της βιώσιµης ανάπτυξης, όπως αυτή ορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Βιώσιµη Ανάπτυξη, Goetheborg 2001), και η οποία αποβλέπει στην ταυτόχρονη βελτίωση των δραστηριοτήτων και αποτελεσµάτων των επιχειρήσεων, και στους τρεις πυλώνες της: Οικονοµία, Περιβάλλον, Κοινωνία.
Τα µέλη του Συνδέσµου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ) αναγνωρίζουν ότι η βιώσιµη ανάπτυξη αποτελεί πρωταρχικής σηµασίας στόχο της κοινωνίας και αποδέχονται το δικό τους ρόλο στην επίτευξη αυτής της επιδίωξης.
Για το σκοπό αυτό οι επιχειρήσεις µέλη του ΣΜΕ, υιοθετούµε τον παρόντα Κώδικα Αρχών και δεσµευόµαστε για τη συνεχή βελτίωση των επιδόσεών µας στον οικονοµικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό τοµέα.